Από την αδιάστικη διατύπωση των διατάξεων, προκύπτει ότι το περί λήξεως της προσθεσμίας εδάφιο τους εφαρμόζεται τόσο στις προθεσμίες ενέργειας, όσο και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες. Οι τελευταίες αυτές (προπαρασκευαστικές) προθεσμίες εμφανίζουν δύο όψεις:
-Η μια, η βασική, είναι εκείνη η οποία πρέπει να παρέχεται στο διάδικο για να προπαρασκευασθεί για την πράξη που θα επακολουθήσει και την οποία η προθεσμία έχει σκοπό να προετοιμάσει. Για την όψη αυτήν της προπαρασκευαστικής προθεσμίας, εφόσον, κατά τη διάρκεια της, ο διάδικος για το συμφέρον του οποίου τέθηκε, θα προετοιμασθεί μεν, αλλά δεν θα προβεί σε καμιά ενέργεια η οποία να μπορεί να γίνει μόνο σε εργάσιμη ημέρα, δεν ενδιαφέρει αν σ` αυτόν περιλαμβάνονται μη εργάσιμες ημέρες, ούτε αν αυτές βρίσκονται στην αρχή, στο μέσο η στο τέλος της.
-Η δεύτερη, παρακολουθηματική, όψη των προθεσμιών αυτών, η οποία αναδύεται από τη βασική τους όψη, αφορά τον αντίδικο του διαδίκου εκείνου για χάρη και για το συμφέρον του οποίου η προθεσμία αυτή τέθηκε και επιβάλλει σ` αυτόν την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια, δηλαδή να ασκήσει μια διαδικαστική πράξη, πριν από την προπαρασκευαστική προθεσμία, δηλαδή σε χρόνο τέτοιο ώστε ανάμεσα σ` αυτήν και την προετοιμαζόμενη πράξη να παρεμβάλλεται η συγκεκριμένη προπαρασκευαστική προθεσμία.
Από τη φύση αυτήν των προπαρασκευαστικών προθεσμιών που συνάγεται από το σκοπό για τον οποίο θεσμοθετήθηκαν, προκύπτει αφενός ότι αφετήριό τους γεγονός, το οποίο τις κινεί είναι οι πράξεις τις οποίες έχουν σκοπό να προετοιμάσουν και αρχίζουν από την προηγουμένη ημέρα εκείνης κατά την οποία οι πράξεις αυτές πρόκειται να ενεργηθούν, εφόσον αυτών ο προσδιορισμός, η τοποθέτηση τους στο χρόνο, έχει προηγηθεί, με βάση δε τον προσδιορισμό τους αυτόν γίνεται η αναζήτηση του χρόνου στον οποίο πρέπει να ενεργηθούν οι πράξεις εκείνες που πρέπει να προηγηθούν και όχι με βάση την ενέργεια των τελευταίων η αναζήτηση του χρόνου στον οποίο πρέπει να προσδιοριστούν οι πρώτες, αντίθετη προς την πορεία του χρόνου.
Μ` αυτόν τον τρόπο υπολογισμού των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, είναι δυνατό η τελευταία ημέρα τους να συμπέσει με ημέρα που είναι, κατά το νόμο, εξαιρετέα ή Σάββατο. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον δεν είναι δυνατό να ενεργηθεί η πράξη εκείνη, που ο διάδικος οφείλει να ενεργήσει πριν από την προπαρασκευαστική προθεσμία, την τελευταία ημέρα της, πρέπει να ενεργηθεί την επόμενη ημέρα η σε κάποια από τις προηγούμενες εργάσιμες ημέρες. Αν το πρώτο επιτρεπόταν θα μεσολαβούσε ανάμεσα στην πράξη αυτήν και την προετοιμαζόμενη πράξη χρονικό διάστημα μικρότερο από την προπαρασκευαστική προθεσμία. Για να αποφευχθεί αυτό, στην περίπτωση αυτήν, η προπαρασκευαστική προθεσμία επεκτείνεται μέχρι την προηγούμενη εργάσιμη ημέρα, η διάρκεια της αναγκαίως επιμηκύνεται και ο διάδικος ο οποίος βαρύνεται με την ενέργεια της παραπάνω πράξεως έχει ως εγγύτερο προς την προετοιμαζόμενη πράξη χρόνο στον οποίο μπορεί να ενεργήσει την προηγουμένη αυτήν εργάσιμη ημέρα. Με την έννοια αυτήν εφαρμόζεται και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες ο κανόνας τον οποίο καθιερώνουν οι διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή ότι, αν η τελευταία ημέρα της προθεσμίας είναι εξαιρεταία η Σάββατο, λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα (1570/1992 ΑΠ).
