Πώς μπορεί να επηρεάσει η απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών την οφειλόμενη παροχή σε μια σύμβαση;

  • Post category:Άρθρα
Print Friendly, PDF & Email

Κατά την έννοια του άρθρου 388 ΑΚ παρέχεται στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, το διαπλαστικό δικαίωμα, να ζητήσει από τον δικαστή την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει, με τις εξής προϋποθέσεις:

 α) μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως, ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν τη σύναψη αμφοτεροβαρούς σύμβασης,

β) η μεταβολή να επακολουθήσει την κατάρτιση της σύμβασης και να οφείλεται σε λόγους, που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και

 γ) από τη μεταβολή αυτή, η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής, να γίνεται υπέρμετρα επαχθής.

 Δηλαδή, η εν λόγω διάταξη, η οποία παρέχει, στον έναν από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο προσήκον μέτρο, έχει ως προϋπόθεση ότι τα μέρη, κατά τον χρόνο της σύναψης της σύμβασης, έλαβαν υπόψη τους περιστατικά, στα οποία, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θεμελίωσαν το περιεχόμενο της σύμβασης, γιατί απέβλεψαν σε αυτά και αποτέλεσαν τη βάση της. Στη συνέχεια όμως, απαιτείται τα περιστατικά αυτά, σε μεταγενέστερο χρόνο, να μεταβλήθηκαν, τα δε γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη μεταβολή να έχουν χαρακτήρα έκτακτο, μη δυνάμενα να προβλεφθούν. Τέτοια δε περιστατικά είναι εκείνα, τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ.

Εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ, δεν αποκλείεται να εφαρμοστεί το άρθρο 288 ΑΚ, που προσδιορίζει τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, με την αντικειμενική της έννοια, δυναμένου του δικαστηρίου να προσδιορίζει την παροχή με περιστολή, επέκταση ή συμπλήρωση, έτσι ώστε το αποτέλεσμα, από την εκπλήρωσή της να είναι σύμφωνο, με το περί δικαίου αίσθημα και να επέρχεται η εξισορρόπηση των συμφερόντων, χωρίς να παραγνωρίζονται τα συμφωνηθέντα και η ασφάλεια των συναλλαγών (ΑΠ 1171/2004, ΕφΘεσ. 2471/2017 Νόμος).