Μη εξεταζόμενοι μάρτυρες και αξιοποίηση μη αναγνωσθέντος εγγράφου στην ποινική δίκη

  • Post category:ΠΟΙΝΙΚΟ
Print Friendly, PDF & Email

Κατά τη διάταξη του άρθρου 210 εδ. α’ του Κ.Ποιν.Δ., “Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση …”. Από τη διάταξη αυτή, η παράβαση της οποίας δημιουργεί σχετική ακυρότητα (άρθ. 170 παρ. 2 και 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.), η οποία, αν δεν προταθεί κατά τα άρθρα 173 και 174 στο δικαστήριο της ουσίας, καλύπτεται, διαφορετικά, αν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και δεν καλυφθεί, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, προκύπτει ότι, άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης και όχι η ενέργεια οιουδήποτε υπαλλήλου, που δεν είναι ειδικός προανακριτικός υπάλληλος, στα πλαίσια ένορκης ή μη διοικητικής εξέτασης. Ο λόγος δε της εξαιρέσεως ως μαρτύρων των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα στην ίδια ποινική υπόθεση στηρίζεται στην προκατάληψη την οποία θεωρεί ο νομοθέτης ότι μπορεί να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, ως εκ της ασκήσεως των καθηκόντων τους (Ολομ. Α.Π. 4/2008). Εξάλλου, από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι με την ως άνω απαγορευμένη εξέταση στο ακροατήριο, ως μαρτύρων, όσων εκτέλεσαν στην ίδια υπόθεση εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα, ισοδυναμεί και η ανάγνωση, κατ’ άρθρο 365 του Κ.Ποιν.Δ., των ενόρκων στην προδικασία καταθέσεων αυτών.

Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού μέσου εγγράφου το οποίο δεν ανεγνώσθη κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο συνιστά απόλυτη ακυρότητα (αρθρ.171 παρ.1 στοιχ.δ’ Κ.Ποιν.Δ.) και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’  ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται το από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. απορρέον δικαίωμα του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Η ακυρότητα αυτή αποτρέπεται αν τα έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο αναφέρονται ιστορικώς μόνον στο αιτιολογικό της αποφάσεως χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη αμέσως από το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο, καθώς και όταν τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από άλλα αποδεικτικά μέσα ή αποτελούν στοιχείο της κατηγορίας ή το σώμα του εγκλήματος (ΑΠ 399/2019).